χιονίστρα

χιονίστρα
η обморожение (носа, ушей, пальцев и т. п.); обмороженное место

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "χιονίστρα" в других словарях:

  • χιονίστρα — η, Ν 1. συν. στον πληθ. οι χιονίστρες ιατρ. (κν. ονομ.) τα χίμετλα 2. βοτ. κοινή ονομασία τού φυτού κολχικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < χιονίζω + κατάλ. τρα (πρβλ. κουβαρ ίστρα) …   Dictionary of Greek

  • χιονίστρα — η 1. διόγκωση, πρήξιμο των δαχτύλων, της μύτης ή των αυτιών από ψύξη: Έχω βγάλει στο πόδι χιονίστρες. 2. είδος φυτού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Liste der Berge in Griechenland — Diese Liste zeigt der Höhe nach geordnet die höchsten Berge in Griechenland. Name Griech. Name Höhe (Meter) Gebirge/Massiv ehem. Präfektur(en) Region(en) Olymp (Olymbos) – Mytikas Gipfel Όλυμπος 2917 Olymp (Olymbos)[1] …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der Berge oder Erhebungen in Griechenland — Diese Liste zeigt der Höhe nach geordnet die höchsten Berge in Griechenland. Name Griech. Name Höhe (Meter) Gebirge/Massiv Präfektur(en) Region(en) Olymp (Olymbos) – Mytikas Gipfel Όλυμπος 2.917 Olymp (Olymbos)[1] Pieria …   Deutsch Wikipedia

  • Όλυμπος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Αυλητής, ραψωδός και ποιητής, που έζησε πριν από τον Τρωικό πόλεμο. Του αποδίδεται η εφεύρεση της αυλητικής ή η διάδοση της στην Ελλάδα. 2. Ό. ο Νεότερος. Αυλητής από τη Μυσία, που έζησε κατά πάσα πιθανότητα τον… …   Dictionary of Greek

  • απόκαμα — το (AM ἀπόκαυμα) το αποκαΐδι* αρχ. μσν. 1. το έγκαυμα 2. η χιονίστρα …   Dictionary of Greek

  • μάλκη — μάλκη, ἡ (Α) 1. η νάρκη, το μούδιασμα που προκαλείται στα μέλη τού σώματος λόγω υπερβολικού ψύχους 2. χιονίστρα, κρυοπάγημα, ξεπάγιασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση με το μαλακός* προσκρούει σε σημασιολογικές δυσχέρειες] …   Dictionary of Greek

  • χιμέτλη — και χιμέθλη και χειμέτλη και χειμέθλη, ἡ, Α χίμετλο, χιονίστρα («εἱλκωμένας χιμέτλας καὶ πυρίκαυτα ἐπαλειφόμενον ὠφελεῖν», Διοσκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Μτγν. τ. τής λ. χίμετλον, με αλλαγή γένους κατά τα θηλ.] …   Dictionary of Greek

  • Διομήδεια — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 40 μ., 682 κάτ.) του νομού Ξάνθης. Βρίσκεται 6 χλμ. Ν της πόλης της Ξάνθης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Βιστωνίδος. Έως το 1951 ονομαζόταν Χιονίστρα και παλαιότερα Χεμετλή …   Dictionary of Greek

  • Θεσπρωτίας, νομός — Νομός (1.515 τ. χλμ., 46.091 κάτ.) της περιφέρειας Ηπείρου, στο βορειοδυτικό τμήμα της, με πρωτεύουσα την Ηγουμενίτσα. Περιλαμβάνει τμήμα της αρχαίας Θεσπρωτίας και συνορεύει στα Β με την Αλβανία, στα Α με τον νομό Ιωαννίνων, στα Ν με τον νομό… …   Dictionary of Greek

  • Τρόοδος — Οροσειρά της Κύπρου, που εκτείνεται στο νότιο, το νοτιοδυτικό και σε ένα μέρος του κεντρικού τμήματος του νησιού. Η οροσειρά αποτελείται από αποσαθρωμένα ηφαιστειογενή πετρώματα του τριτογενούς και του μειόκαινου, τα οποία περικλείουν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»